Στο παιδί μου ......

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Το Μυστήριο των Εικόνων

Το Μυστήριο των Εικόνων
Ημερολόγια Φίσκαρς: "Βιβλία," μελάνι σε χαρτί, 14 x 38 εκ


ʽΚοίτα εκεί... Τι βλέπεις;ʼ

ʽΈνα σπίτι κι ένα μήλο.ʼ

ʽΤώρα;ʼʽ...

Ένα μήλο... και ένα τετράγωνο...ʼ

ʽΒάλε αυτά τα γυαλιά και προσπάθησε ξανά.ʼ

ʽΚύκλο και τετράγωνο.ʼ

ʽΩραία. Παρακάτω; Βλέπεις τις εικόνες;ʼ

ʽΌχι.ʼ
Ήμουν περίπου τριών ή τεσσάρων χρόνων όταν οι γονείς μου κατάλαβαν ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τα μάτια μου.

Η διάγνωση του γιατρού επαλήθευσε τους φόβους τους:
ʽΣτραβισμός, νυσταγμός, χαμηλή οπτική οξύτητα, μη στερεοσκοπική όραση, αστιγματισμός, φωτοφοβία. Τίποτα το ανησυχητικό,ʼ πρόσθεσε. ʽΟ γιος σας δυσκολεύεται να δει εξαιτίας μιας γονιδιακής διαταραχής που ονομάζεται αλφισμός.ʼ
Τίποτα το ανησυχητικό πράγματι, με την προϋπόθεση όμως ότι θα ήμασταν και μεις προσεκτικοί απέναντι σε μερικές υπαρκτές απειλές. Ο ήλιος ήταν μία απʼ αυτές - φυσική απειλή. Όπως μάθαμε αργότερα, ο αλφισμός είναι κληρονομική πάθηση και οφείλεται στην απουσία, ή τη βλάβη, ενός ενζύμου απαραίτητου στη σύνθεση της μελανίνης. Αυτός είναι και ο λόγος που τα περισσότερα άτομα με αλφισμό έχουν πολύ ανοιχτόχρωμα μάτια, δέρμα και μαλλιά. Εξαιτίας λοιπόν των χαμηλών ποσοτήτων μελανίνης, οι πάσχοντες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης δερματικών ασθενειών. Είναι επίσης πολύ ευαίσθητοι στο φως και ενδέχεται να νιώσουν έντονη δυσφορία ή πόνο στα μάτια κάθε φορά που εκτίθενται σε αυτό. Για να αποφύγουν τις αρνητικές επιπτώσεις του ήλιου, οι αλφικοί - αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για εμάς - πρέπει να λαμβάνουν συστηματικές προφυλάξεις ιδιαίτερα αν ζουν, όπως εγώ, σε μεσογειακές ή τροπικές χώρες.
Η απομόνωση ήταν μια άλλη - κοινωνική απειλή, άμεση συνέπεια ενός, απʼ ότι φάνηκε, μη αναπόφευκτου στιγματισμού. Μια από τις αλήθειες που είχε περάσει στο υποσυνείδητό μου ήταν ότι όσοι με έβλεπαν για πρώτη φορά και είχαν σκωπτική διάθεση θα σχολίαζαν σίγουρα την λευκή μου εμφάνιση. Ίσως να πήγαιναν και πάρα πέρα αμφισβητώντας με κάποιο αστείο την καταγωγή μου ή ακόμη και την ʽαυθεντικότηταʼ των γονιών μου. Ήταν κάτι σαν προϋπάρχουσα γνώση για τη συμπεριφορά των άλλων που η επιβεβαίωσή της ήταν απλώς θέμα χρόνου. Και η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε, αν δεν είχα αρκετή αυτοπεποίθηση, να με οδηγήσει στην απομόνωση.
Να μερικές φράσεις που διάβασα πρόσφατα στα chat rooms των κοινοτήτων του αλφισμού που φανερώνουν τη σοβαρότητα και το ρεαλισμό αυτής της απειλής: ʽΦοβάμαι ότι οι άνθρωποι βλέπουν πρώτα τον αλφισμό μου και μετά εμένα.ʼ ʽΌλοι κάνουν πάντα πλάκα και δε μπορούν να με δεχτούν γιʼ αυτό που είμαι.ʼ ʽΟι φίλοι μου λένε συνέχεια χοντράδες και γελάνε μαζί μου. Δεν ξέρω αν πρέπει να τους θεωρώ φίλους ή αν θα ήταν καλύτερα να βρω κάποιους που να καταλαβαίνουν τι περνώ.ʼ ʽΜισώ τον αλφισμό, μισώ που τον έχω, το πώς με κάνει να φαίνομαι, ό,τι έχει σχέση με αυτόν.ʼ
Επιστρέφω στη διήγησή μου. Από εκείνη τη μέρα και μετά - τη μέρα της πρώτης μου εξέτασης - το όνομα του οφθαλμίατρου θα σημάδευε τουλάχιστον μία από τις σελίδες κάθε καινούριου ημερολογίου. Οι εικόνες στον πίνακα του γιατρού έγιναν αριθμοί, οι αριθμοί γράμματα. Και όπως συμβαίνει συχνά με τα μη διευθετημένα ζητήματα - πάντα όταν έφευγα από τον οφθαλμίατρο ένιωθα ότι υπήρχαν εκκρεμή ζητήματα - που μετατρέπουν ακούραστα την πορεία μας από ευθεία γραμμή σε κύκλο για να μας αναγκάσουν, θα λεγε κανείς, να ασχοληθούμε ξανά με αυτά μήπως και λυθούν, έτσι λοιπόν και εδώ έφτασε η μέρα που τα γράμματα έγιναν πάλι εικόνες, η μέρα που η ερώτηση του γιατρού επανήλθε: Βλέπεις; Βλέπεις τις εικόνες;
Ο ίδιος δεν αναρωτήθηκα ποτέ. Φυσικά έβλεπα, η απάντηση για μένα ήταν αυτονόητη. Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν χρόνος. Χρόνος να περπατήσω, να προσανατολιστώ, να κρίνω. Έπρεπε να ζήσω για λίγο μέσα στο χώρο, έπρεπε να βρω κατευθύνσεις, να καταλάβω τι είναι κοντά και τι μακρυά. Τότε έβλεπα. Και δε θα μπορούσα να αισθανθώ μεγαλύτερη δικαίωση γιʼ αυτό από εκείνη του Σεπτέμβρη του 1995 όταν, μετά από μια εβδομάδα εντατικών εξετάσεων για τη Σχολή Καλών Τεχνών, είδα τελικά το όνομά μου στη λίστα των επιτυχόντων. ʽΒλέπεις,ʼ διάβασα πίσω από τις δύο υπογραμμισμένες λέξεις. Οι καθηγητές της σχολής φαίνονταν, ευτυχώς, πολύ πιο σίγουροι απʼ τον οφθαλμίατρο.
Οι σπουδές μου στη ζωγραφική, πολύ περισσότερο όμως η ενηλικίωση, με έφεραν αντιμέτωπο με άλλα ερωτήματα στα οποία οι απαντήσεις δεν ήταν εξίσου αυτονόητες. Ήταν αλήθεια ότι υπό ειδικές συνθήκες έβλεπα, έβλεπα όμως σα ζωγράφος; Τι σημαίνει να βλέπεις σα ζωγράφος; Τι σημαίνει αφαίρεση; Σε τι βαθμό είναι τα αίτιά της παθολογικά;
Είναι δύσκολο να πω αν οι απαντήσεις που έδωσα επηρέασαν ποτέ, έστω και στο ελάχιστο, τη ζωγραφική μου ή την επιθυμία μου γιʼ αυτήν. Στην πραγματικότητα δεν ξέρω αν υπήρξαν καν απαντήσεις. Συνήθως τα ερωτήματα οδηγούσαν πάλι σε ερωτήματα και όχι σε απαντήσεις. Πόσο συνειδητή είναι η δημιουργική διαδικασία; Τι νόημα έχει για έναν καλλιτέχνη να αναζητά την καταγωγή της τέχνης του και των συναισθημάτων του; Πολλές φορές δεν υπήρχε καν ερώτημα. Μόνο πράξη. Όπως, για παράδειγμα, όταν αποφάσισα να πάω στην Αγγλία για να μελετήσω τις σχέσεις της ζωγραφικής με τη μουσική - μια τέχνη που αγαπούσα το ίδιο και γνώριζα το ίδιο, ίσως και περισσότερο. Έρευνα - θα όφειλα ίσως να σκεφτώ - χωρίς ερωτήσεις, χωρίς ζητούμενα; Κι όμως η κινητήριος δύναμη, διαπιστώνω τώρα, ήταν πέρα και πάνω από τη λογική. Βασίζονταν στην πίστη και το βίωμα. Ήξερα κάπου ότι τα χρώματα και οι μελωδίες, όσο κι αν διαφέρουν, όσο κι αν η φύση των μεν είναι υλική των δε άυλη, μόνιμη ή παροδική, χωρική ή χρονική, ήξερα, παρʼ όλα αυτά, ότι απαιτούσαν απʼ τους καλλιτέχνες τις ίδιες ικανότητες σύνθεσης και οργάνωσης. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς καμία γνώση της ιστορίας αυτής της σχέσης, ή έστω της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, μάζεψα τα πράγματά μου και ξεκίνησα να κατακτήσω τον ακαδημαϊκό κόσμο!
Ανάλογη ήταν δεκαπέντε χρόνια πριν και η δύναμη που με ώθησε να δώσω εξετάσεις στη σχολή. Πάλι πέρα και πάνω από τη λογική. Πίστευα, ότι πίσω απʼ το θολό προσωπείο των πραγμάτων, πίσω απʼ το μυστήριο, υπήρχε κάτι αληθινό, κάτι απτό και όμορφο. Αυτή η πίστη με κάνε να τολμήσω. Η ίδια με κάνει να τολμώ και σήμερα. Και έτσι, παρά την κακή μου όραση, ή ίσως εξαιτίας αυτής, μπορώ και βλέπω.

Φώτης Φλεβοτόμος, Αθήνα, Οκτώβρης 2010

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Ο Λιβανέζος ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν [1883-1931] έγραψε το έργο"Ο Κήπος του Προφήτη". Το ποίημα εκδόθηκε το 1923, απόσπασμα:

"Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο
σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για
φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους"...

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ευγένιου Τριβιζά

Εὐγένιος Τριβιζᾶς - Ἕνα δέντρο, μιὰ φορά


Διήγημα, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Ἰούλιος 2007 (μετὰ τὶς μεγάλες πυρκαϊὲς σὲ Πάρθνηθα καὶ Ὑμηττό)


Τὸ δέντρο
Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας ἦταν κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ φύλλα του εἶχαν μαραζώσει, εἶχαν πέσει ἀπὸ καιρὸ κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό, σκονισμένο καὶ καχεκτικό.
Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τὴ δροσιά. Δὲν εἶχαν κελαηδήσει ποτὲ στὰ φύλλα του πουλιά, μὲ δυσκολία νὰ τὸ ἄγγιζε ποῦ καὶ ποῦ κάποια πονετικὴ ἡλιαχτίδα ποὺ γλιστροῦσε στὰ κρυφὰ ἀνάμεσα στὶς μουντὲς καὶ ἄχαρες πολυκατοικίες ποὺ τὸ περιστοίχιζαν.
Οἱ περαστικοὶ διάβαιναν δίπλα του μὲ ἀδιαφορία, βλοσυροὶ καὶ βιαστικοί, χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου σημασία, μερικοὶ μάλιστα πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπὸ κάστανα καὶ λερωμένα χαρτομάντηλα κι ἄλλοι φτύνανε στὸ χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω ἀπὸ τὴ ρίζα του.
Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, κατάλαβε ἀπὸ κάτι μηχανικοὺς μὲ σκοῦρες καμπαρντίνες καὶ κρεμαστὰ μουστάκια, ποὺ ἔσκυβαν καὶ μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί, ὅτι θὰ πλάταιναν τὸ δρόμο πλάι του. Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τὸ περίμενε; Θὰ τὸ πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια;
Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά, καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό. Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν...
Τὸ παιδί
Ἦταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲ ἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ σπιτιοῦ.
Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει.
Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά ῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του...
Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί...
H συνάντηση
Ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ τὸ παιδὶ γυρνοῦσε ἄσκοπα στοὺς δρόμους τῆς πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματοῦσε σὲ κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τὴ μύτη του στὸ τζάμι καὶ κοιτοῦσε μὲ μάτια ἐκστατικὰ ὅλα ἐκεῖνα τὰ λαχταριστά, σὲ μιὰ βιτρίνα λόφοι ἀπὸ μελομακάρονα, κουραμπιέδες καὶ πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα μὲ σοκολατάκια, σὲ μιὰ ἄλλη ζαχαρένιοι Ἁγιο-Βασίληδες μὲ μύτες ἀπὸ κερασάκια καὶ μία παραμυθένια πριγκίπισσα ἀπὸ πορσελάνη νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ ἁψιδωτὸ παράθυρο ἑνὸς φιλντισένιου κάστρου καὶ λίγο παρακάτω, σὲ μιὰ ἄλλη βιτρίνα, μιὰ ὀνειρεμένη τρόικα μὲ ἕναν πρόσχαρο ἁμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια μὲ κόκκινες στολὲς καβάλα σὲ ἄλογα πιτσιλωτὰ νὰ καλπάζουν στοιχισμένα στὴ σειρὰ καὶ στὸ βάθος ἕνα ὀπάλινο παλάτι σὲ μία χιονισμένη στέπα.
Ἔτσι ὅπως περπατοῦσε μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὶς καταστόλιστες βιτρίνες, ἔπεσε ἄθελά του πάνω σ᾿ ἕναν περαστικὸ μὲ καμηλὸ παλτὸ καὶ γκρενὰ κασκὸλ ποὺ γύριζε στὸ σπίτι του φορτωμένος μὲ σακοῦλες καὶ πακέτα ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ χέρια του, σκόρπισαν στὸ δρόμο ἐδῶ καὶ κεῖ. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, γλίστρησε, τὸ κεφάλι του χτύπησε μὲ φόρα στὸ πεζοδρόμιο, ἔνιωσε μία σκοτοδίνη. Ὁ περαστικός τοῦ ῾βαλε ὀργισμένος τὶς φωνές, τὸ κατσάδιασε γιὰ τὰ καλά.
Τὸ ἀλητάκι σηκώθηκε, τό ῾βαλε στὰ πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ἕνα σοκάκι μὲ μία ὑπαίθρια ἀγορά, ἔστριψε ἕνα δυὸ στενὰ καὶ βρέθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο νὰ πάρει ἀνάσα, ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα, τὰ χνωτισμένα, ἀχνοφαίνονταν τὰ γιορτινὰ σαλόνια μὲ τὰ ἔλατα τὰ στολισμένα.
- Ὄμορφα δὲν εἶναι; Ἀκούει τότε μιὰ φωνή.
Ἦταν τὸ δέντρο τοῦ δρόμου.
- Πολύ. Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί, χωρὶς νὰ παραξενευτεῖ καθόλου ποὺ ἕνα δέντρο μιλοῦσε, τοῦ ἄρεσε νὰ τοῦ μιλάει κάποιος χωρὶς νὰ τὸ σπρώχνει, χωρὶς νὰ τὸ κατσαδιάζει, χωρὶς νὰ τὸ ἀποπαίρνει.
- Στόλισέ με! - ψιθύρισε τὸ δέντρο - Στόλισέ με καὶ ἐμένα ἔτσι!
- Μακάρι νὰ μποροῦσα! Πικρογέλασε τὸ παιδί.
- Προσπάθησε, σὲ παρακαλῶ. Ἴσως αὐτά, ξέρεις, νά ῾ναι τὰ στερνά μου Χριστούγεννα, νὰ μὴν δῶ ἄλλα.
- Γιατί τὸ λὲς αὐτό;
- Ἄκουσα ὅτι θὰ πλατύνουν τὸ δρόμο, πελέκι ἢ ξεριζωμὸς μὲ περιμένει, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό... Δὲν εἶμαι σίγουρο ἀκόμα.
Τὸ παιδὶ σκέφτηκε ὅτι θὰ κατεδάφιζαν τὸ ἑτοιμόρροπο κτίριο μὲ τὸ ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, τὸ καταφύγιό του. Σὲ λίγο δὲν θά ῾χε οὔτε ῾κεῖνο ποῦ νὰ μείνει. Σὲ κάποιο χαρτόκουτο ἴσως;
- Στόλισέ με! Παρακάλεσε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ δέντρο. Τὸ παιδὶ κοίταξε ὁλόγυρά του.
- Μὲ τί; Ἀπόρησε.
- Ὅ,τι νά ῾ναι... κάτι θὰ βρεῖς ἐσύ!! Δὲν μπορεῖ.
- Καλά... Ἀφοῦ τὸ θέλεις τόσο πολύ, κάτι θὰ βρῶ νὰ σὲ στολίσω...
Συμφώνησε τὸ παιδὶ κι ἄρχισε νὰ ψάχνει.
Τὰ στολίδια
Ἐκείνη τὴ στιγμή, λὲς καὶ κάτι ψυχανεμίστηκε ὁ οὐρανός, ἔπιασε νὰ χιονίζει, τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνό... Χάδι ἁπαλὸ σκέπαζε ἀνάλαφρα μὲ πάλλευκες νιφάδες στὰ ὁλόγυμνα κλωνιὰ τοῦ παραμελημένου δέντρου.
Πῆρε τότε τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ κάτι νὰ ἀστράφτει λίγο παραπέρα. Μιὰ παρέα πλουσιόπαιδα, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο λίγο νωρίτερα, εἶχαν πετάξει χρωματιστὰ χρυσόχαρτα ἀπὸ τὶς καραμέλες ποὺ ἔτρωγαν μὲ λαιμαργία τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ ἀγόρι μάζεψε ἕνα ἕνα τὰ πεταμένα χρυσόχαρτα, τὰ μάλαξε μὲ τὰ δάχτυλά του καὶ ἔπλασε ἀστραφτερὲς πράσινες μπλὲ καὶ βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετὰ ξήλωσε τὰ κουμπιὰ τοῦ φθαρμένου παλτοῦ καὶ μὲ τὶς κλωστὲς κρέμασε τὶς φανταχτερὲς μπαλίτσες στὰ χιονοσκέπαστα κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
- Εὐχαριστῶ! Εἶπε τὸ δέντρο, ἀνατριχιάζοντας ἀπ᾿ τὴ χαρά του.
- Μὲ τί ἄλλο ἄραγε νὰ τὸ στολίσω; Μονολόγησε τὸ παιδί.
Λὲς κι εἶχε ἀκούσει τὰ λόγια του, μιὰ νοικοκυρὰ τρεῖς δρόμους παρακάτω ἄδειασε μὲ φόρα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μιᾶς κουζίνας μία λεκάνη μὲ σαπουνάδα σὲ μία πλακόστρωτη αὐλή. Ὁ ἄνεμος πῆρε ἕνα πανάλαφρο σύννεφο ἀπὸ σαπουνόφουσκες καὶ τὶς ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, τὸ ἀγόρι τὶς εἶδε νὰ πλησιάζουν στραφταλίζοντας στὸ φεγγαρόφωτο, τὶς κοίταξε μὲ τέτοια λαχτάρα ποὺ ἐκεῖνες, λὲς καὶ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία του, ἄφησαν τὸν ἄνεμο νὰ τὶς φέρει ἕνα - δυὸ γύρους καὶ νὰ τὶς κρεμάσει στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
- Ὅσο πάω κι ὀμορφαίνω! Καμάρωσε τὸ δέντρο.
- Σίγουρα ὀμορφαίνεις! Συμφώνησε τὸ ἀγόρι σφίγγοντας γύρω του τὸ παλτὸ γιατὶ ἔκανε πολύ, πάρα πολὺ κρύο...
- Κοίτα! Ἔρχονται!
Ἕνα φωτεινὸ σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στὸ σκοτάδι.
- Ἐλᾶτε! Τὶς κάλεσε μὲ τὸ βλέμμα τὸ παιδί.
Καὶ οἱ πυγολαμπίδες, λάμψεις ἀλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ὀνειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου.
Τὸ κρύο γινόταν ὅσο πήγαινε πιὸ τσουχτερό. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ὁλοένα πιὸ πυκνό. Τὸ ἀγόρι σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ τότε τὸ εἶδε! Εἶδε τὸ πεφταστέρι κι ἐκεῖνο, λὲς καὶ συνάντησε τὸ βλέμμα του, διέγραψε στὸ σκοτάδι μία φαντασμαγορικὴ χρυσαφένια τροχιὰ καὶ ἀκούμπησε ἀπαλὰ στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου.
Καὶ ἦταν τώρα πράγματι ὄμορφο τὸ δέντρο λουσμένο στὸ φεγγαρόφωτο μὲ τὰ χρυσαφένια μπαλάκια νὰ στραφταλίζουν, τὶς σαπουνόφουσκες νὰ σιγοτρέμουν, τὶς πυγολαμπίδες νὰ ἀναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στὰ χιονισμένα τοῦ κλωνιὰ καὶ τὸ πεφταστέρι ν᾿ ἀνασαίνει χρυσαφένιο φῶς στὴν κορφή του.
- M᾿ ἔκανες τόσο, μὰ τόσο ὄμορφο - εἶπε τὸ δέντρο στὸ παιδὶ - Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ. Σ᾿ εὐχαριστῶ ἀληθινά... Πόσο θά ῾θελα νὰ μποροῦσα νὰ σοῦ χάριζα κι ἐγὼ ἕνα δῶρο...
- Μπορεῖς! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδὶ χουχουλίζοντας τὰ χέρια - Ἄσε με, σὲ παρακαλῶ, νὰ καθίσω στὴ ρίζα σου γιὰ λίγο. Νιώθω τόσο, μὰ τόσο κουρασμένο, πονάω... καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ πάω...
- Ἀμέ! Ἔλα, κάθισε. Κάθισε στὴ ρίζα μου ὅσο θέλεις. Εἶπε τὸ δέντρο.
- Καὶ νὰ δεῖς... Θὰ κάνω ἐγὼ μία εὐχὴ γιὰ σένα.
Τὸ παιδὶ σήκωσε τὸ γιακᾶ, τυλίχτηκε στὸ παλιό του πανωφόρι, κάθισε στὸ χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, ἀγκάλιασε τὸ κορμὶ τοῦ δέντρου καὶ σφίχτηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά του.
Τὸ ταξίδι
Τὸ χιόνι ἔπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Ὅλο του τὸ σῶμα ἔτρεμε, τὰ χέρια του εἶχαν μουδιάσει, τὰ δόντια του χτυποῦσαν. Ἔκλεισε τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ προστατέψει ἀπὸ τὶς ριπὲς τοῦ χιονιοῦ, ὅταν ξαφνικὰ - τί παράξενο - ἄκουσε ἐκεῖνον τὸν ἦχο... Τὸν ἦχο τὸν χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ἕνα μαστίγιο ἀκούστηκε νὰ κροταλίζει, ἄλογα νὰ καλπάζουν ρυθμικά.
Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀπίστευτο! Στὰ μελανιασμένα χείλη του ἄνθισε ἕνα χαμόγελο. Ἀπὸ βάθος τοῦ δρόμου, θαμπὰ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα, τὴν εἶδε. Εἶδε τὴν παραμυθένια τρόικα μὲ τὰ ἀσημένια κουδουνάκια νὰ πλησιάζει φορτωμένη δῶρα διαλεχτά. Τὴν ὁδηγοῦσε ἕνας ροδομάγουλος ἁμαξᾶς μὲ γούνινο σκοῦφο, κόκκινη μύτη καὶ πυκνὴ κυματιστὴ γενειάδα. Πίσω ἀπὸ τὴν τρόικα κάλπαζαν στρατιῶτες μὲ πορφυρὲς στολές, καβάλα σὲ περήφανα ἄλογα στολισμένα μὲ χρυσαφένιες φοῦντες...
Παραξενεύτηκε τὸ παιδί. Πῶς βρέθηκε ἐδῶ αὐτὴ ἡ τρόικα φορτωμένη τόσα δῶρα; Καὶ οἱ καβαλάρηδες; Κάπου τοὺς ἤξερε. Κάπου τοὺς εἶχε ξαναδεῖ!
Ἡ τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τὰ ἄλογα χρεμέτισαν, ὁ ἁμαξὰς χαμογέλασε, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας πρόβαλε τὸ πρόσωπο τῆς πριγκιποπούλας.
- Τί ὄμορφο δέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιὸς νὰ τὸ στόλισε ἄραγε;
- Ἐγώ! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί.
- Ἀλήθεια;
- Ναί.
- Ἔλα μαζί μου τότε. Ἔλα νὰ στολίσεις ἔτσι ὄμορφα καὶ τὸ ἔλατο τοῦ βασιλιᾶ, νὰ ζήσεις στὸ παλάτι μας παντοτινά.
- Δὲν πάω πουθενὰ χωρὶς τὸ δέντρο μου! Ἀπάντησε τὸ ἀγόρι.
Ἡ πριγκιποπούλα ἔδωσε τότε ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες τοῦ βασιλιὰ ἔσκαψαν βαθιά, πήρανε τὸ δέντρο μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του καὶ τὸ φύτεψαν σὲ μία πορσελάνινη γλάστρα, μετὰ τὸ φόρτωσαν στὴν τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ὁ ἁμαξᾶς ἅπλωσε τὸ χέρι του, βοήθησε τὸ παιδὶ νὰ ἀνέβει στὴν ἅμαξα νὰ κάτσει πλάι του, τὰ ἄλογα στράφηκαν, τὸν κοίταξαν μὲ τὰ μεγάλα τους μάτια καὶ ρουθούνισαν ἀνυπόμονα.
Ὅλα τὰ κτίρια, ὅλα τὰ φανάρια, ὅλες οἱ βιτρίνες, τὰ πάντα, εἶχαν τώρα ἐξαφανιστεῖ. Μπροστά τους ἀνοιγόταν μία ἀπέραντη στέπα κι ἐκεῖ στὸ βάθος μέσα ἀπὸ τὰ διάφανα πέπλα τοῦ χιονιοῦ ἀχνοφαίνονταν μαγευτικοὶ οἱ μεγαλόπρεποι τροῦλοι κι οἱ ἁψιδωτὲς πύλες τοῦ ὀπάλινου παλατιοῦ!
Ὁ ροδομάγουλος ἁμαξᾶς τράβηξε τὰ γκέμια. Κροτάλισε τὸ μαστίγιο, τὰ ἄλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας ὅλο καὶ πιὸ γοργά... λὲς κι εἴχανε φτερά... Σὲ λίγο ἡ τρόικα κι ἡ ἀκολουθία της εἶχαν χαθεῖ στὸ βάθος τῆς χιονισμένης στέπας.
Τὸ χιόνι ποὺ συνέχισε ὁλοένα πιὸ πυκνὸ τὸ σιωπηλὸ χορό του ἔσβησε σχεδὸν ἀμέσως τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς ρόδες καὶ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων..
Λένε οἱ παλιοί...
Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ.
Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοὶ ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωὶ βρῆκαν στὴ ρίζα τοῦ δέντρου ξεπαγιασμένο ἕνα παιδὶ σκεπασμένο ἀπὸ τὸ χιόνι, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτὸ χωρὶς κουμπιά, μὲ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό του.
Λένε ἀκόμα ὅτι ἀπὸ τότε κάθε παραμονὴ Χριστουγέννων, γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει. Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα τρεμοσβήνοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, λὲς καὶ κάτι ἀναζητοῦν, λὲς καὶ γυρεύουνε νὰ θυμηθοῦνε κάτι, ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει, ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ, ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καὶ χρυσόχαρτα ἀστραφτερά, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στὸν οὐρανὸ μία φαντασμαγορικὴ τροχιὰ καὶ πέφτει στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ἐκεῖνο.
Ἔτσι λένε...
Ποιὸς ξέρει;

Σαλάχ Αμπντέλ Σαμπούρ, ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ


Ο Πωλ Ελυάρ με ρωτάει τη σημασία της λέξης 'Ελευθερία'.

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ με ρωτάει τη σημασία της λέξης 'Δικαιοσύνη'.

Ο Ντάντε Αλιγκιέρι με ρωτάει τη σημασία της λέξης"Ερωτας'.

Ο Ιμπν Χουσέιν Ελ Κέντι-αυτός που λέμε Μουτανάμπι-με ρωτάει τη σημασία της λέξης 'Φιλότιμο'.

Ο Γέροντάς μου, ο τυφλός σεΐχης μου, με ρωτάει τη σημασία της λέξης 'Αλήθεια'.

Κι εγώ μη βρίσκοντας απάντηση τυραννιέμαι χρόνια.

Περπατώ στους δρόμους της οικουμένης, διασχίζω τον κόσμο, διασχίζω τον ήλιο, τα πόδια μου, πληγωμένα από την περιπλάνηση, με ρωτούν τη σημασία της λέξης 'Σιωπή'.

μτφρ. Κωστής Μοσκώφ

Οδυσσέα Ελύτη, Ο μικρός ναυτίλος (απόσπασμα)

Τα παιδικά μου χρόνια ειναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν’ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας, άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα, άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι, άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά. Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που - αλίμονο - τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε - δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιάς αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί. Το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο.
Και χρωστάμε στην διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Διαβάστε την πραγματική ιστορία του Hachiko, του πρωταγωνιστή της ταινίας που θα δούμε την Κυριακή


Hachikō, η ιστορία ενός σκύλου συνώνυμου της αφοσίωσης

Συντάκτης: Κατερίνα Βαϊμάκη, 10/07/2011
Αφοσιωμένος για πάντα στο αφεντικό του, οHachikō, που στην Ιαπωνία είναι περισσότερο γνωστός ως «ο πιστός σκύλος» αποτελεί παράδειγμα φιλίας, αγάπης και αρετής εδώ και πολλές δεκαετίες. Εξέπληξε τον κόσμο με την αξιοσημείωτη αφοσίωσή του, στον ιδιοκτήτη του, ακόμα και πολλά χρόνια μετά το θάνατο του.
Ο Hachikō άνηκε στη ράτσα Akita. Το όνομά του προέρχεται από τις λέξεις “hachi”, που σημαίνει «οκτώ», και αναφερόταν στη σειρά της γέννησης του και από το “ko”, που σημαίνει πρίγκιπας ή δούκας.
Η ιστορία του
Το 1924, ο Hidesaburō Ueno, ένας καθηγητής, στο τμήμα γεωργίας του πανεπιστημίου του Τόκιο, πήρε τον Hachikō ως κατοικίδιο ζώο. Κατά τη διάρκεια της ζωής ιδιοκτήτη του, ο Hachikō τον υποδεχόταν στο τέλος κάθε ημέρας, στον κοντινό σταθμό Shibuya. Ο σκύλος και το αφεντικό του, συνέχισαν την καθημερινή τους συνήθεια μέχρι το Μάιο του 1925, όταν ο Ueno δεν επέστρεψε. Ο καθηγητής είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και πέθανε, επομένως δεν επέστρεψε ποτέ στο σταθμό του τρένου όπου ο Hachikō τον περίμενε.
Ο Hachikō δόθηκε μετά το θάνατο του κυρίου του, αλλά δραπέτευε, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στο παλιό του σπίτι. Όταν τελικά συνειδητοποίησε ότι ο καθηγητής Ueno δε ζούσε πλέον στο σπίτι, πήγε να τον ψάξει  στο σταθμό του τρένου, όπου τον είχε συνοδεύσει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν. Κάθε μέρα, Hachikō περίμενε εκεί για την επιστροφή του ιδιοκτήτη του.
Η μόνιμη παραμονή του στο σταθμό του τρένου προσέλκυσε με τον καιρό, την προσοχή των επιβατών.  Πολλοί από τους ανθρώπους που σύχναζαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Shibuya και έβλεπαν τον Hachikō και τον καθηγητή μαζί κάθε μέρα, έφερναν στον Hachikō κεράσματα και τρόφιμα για να τρώει κατά τη διάρκεια της αναμονής του.
Αυτό συνεχίστηκε για εννέα χρόνια με τον Hachikō να εμφανίζεται ακριβώς όταν η αμαξοστοιχία αναμενόταν  στο σταθμό.
Η ιστορία γίνεται θρύλος
Ένας φοιτητής του καθηγητή δημοσίευσε διάφορα άρθρα για την αξιοπρόσεκτη πίστη του Hachikō. Το 1932 ένα από αυτά τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν, έφερε το σκυλί στο εθνικό προσκήνιο. Ο Hachikō έγινε ένα εθνικό παράδειγμα. Η πίστη του στη μνήμη του κυρίου του εντυπωσίασε τον λαό της Ιαπωνίας και χαρακτηρίστηκε από ένα πνεύμα οικογενειακής πίστης που όλοι πρέπει να προσπαθήσουν να επιτύχουν. Οι δάσκαλοι και οι γονείς  χρησιμοποιούν την αγρυπνία του Hachikō ως παράδειγμα για τα παιδιά τους. Τελικά, η θρυλική πίστη του Hachikō έγινε εθνικό σύμβολο αφοσίωσης.
Το τέλος
Ο Hachikō πέθανε στις 8 Μαρτίου του 1935, και βρέθηκε σε ένα δρόμο στη Shibuya. Μετά από δεκαετίες φημών, τον Μάρτιο του 2011 οι επιστήμονες ανακάλυψαν την αιτία του θανάτου του.  Το σκυλί είχε καρκίνο τελικού σταδίου και μόλυνση.  Το βαλσαμωμένο σώμα του φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο Επιστημών της Ιαπωνίας.
Τον Απρίλιο του 1934, ένα χάλκινο άγαλμα κατ 'ομοίωσή του ανεγέρθηκε στο σταθμό Shibuya. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δημοφιλές σημείο συνάντησης. Η είσοδος του σταθμού κοντά σε αυτό το άγαλμα ονομάζεται «Hachikō-guchi", που σημαίνει "Η Είσοδος Hachikō / Έξοδος", και είναι μία από τις πέντε εξόδους του σταθμού.  Στο ακριβές σημείο, στο σταθμό του τρένου, όπου ο Hachikō περίμενε, υπάρχουν χάλκινα σημάδια από πατούσες και ένα κείμενο στα ιαπωνικά, που εξηγεί την πίστη του. Κάθε χρόνο στις 8 Απριλίου, η αφοσίωση του Hachikō τιμάται με μια επίσημη τελετή μνήμης στο σιδηροδρομικό σταθμό Shibuya του Τόκιο.
Ο κινηματογράφος παριστάνει τη ζωή
Ο Hachikō αποτέλεσε το αντικείμενο της ταινίας Hachi-ko του 1987 (Hachikō Monogatari, Το Παραμύθι του Hachikō), σε σκηνοθεσία του Seijirō Koyama, η οποία είπε την ιστορία της ζωής του, από τη γέννησή μέχρι το θάνατό του και τελειώνει με μία φανταστική σκηνή, όπου γίνεται η πνευματική συνάντηση με τον κύριό του. Τον Αύγουστο του 2009 κυκλοφόρησε και η αμερικανική ταινία, με τίτλο «Hachikō: Η ιστορία ενός σκύλου», με πρωταγωνιστή τον Richard Gere, σε σκηνοθεσία Lasse Hallström.